Μένω στην Ελλάδα
Όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα, αυτό που με μάγιεψε αφάνταστα είταν η θάλασσα, απεραν-
τόδυνη, μέχρι την άκρι του ορίζοντα, πολήχρομη:άπο το σκούρο μπλε μέχρι γαλάζιο, πράσινη και
διάφανη, λές, ο ουρανός κατέβικε στη γη ""Τί ευλογειμένος τόπος! - έλεγα μέσα μου. - Τί 
ομορφιά, γαλήνη, ηρεμία.."" Με απελευθερώνει η όψη της, θα μπορούσα να κάθουμε μέρες
ολόκληρες στην ακτή της και δεν θα χορτενα ποτέ να της βλέπω.
Μου άρεσει να παρακολουθώ αγιοβασίλεμα, όταν κατακόκκινος Ήλιος κρίβεται πίσο απ'τα μάυρα βούνα και 
χρισοκαθρεφτίζεται στα νέρα και ""πέυντει"" μεσ' την σάλασσα κοκκινίζοντας τα πάντα: τα νέρα, τον ούρανο,
τα σύνεφα. Ενα παραμύθι είναι!
Στην Αθήνα ότι προοριζμό και αν πάρεις, αργά ή γρήγορα να βγιένεις σε μία παραλεία. Κάνοντας μπάνιο 
κάθε καλοκαίρι, έμαθα καλύθερα κολύμπισι, τα νερά του Αιγαίου είνα τόσο καλά, που κρατάνε απο μόνο τους.Ξαπλώνω
αξένιαστα πάνο στην θάλασσα και δεν χρειάζετε να κουνάω ούτε τα χέρια, ούτε τα πόδια μου, τίποτα.
Μία γνωστή μου, που με είδαι έτσι, είπαι: -Πώς το κάνεις αυτό; Εγώ, -λέει, -δεν ξέρω μπάνιο.
- Η κολύμπιση, -της λέω, - είναι η κατάσταση, και ακόμη και της ψυχίς, αν θες. Απλά, μην φοβάσει. Δώσε το σώμα σου 
στα νέρα, δεν βλέπεις, κρατάνε από μόνο τους.
-Τί μας λες! Να δίνω το σώμα μου στα νερά; Φοβάμαι πόλυ, που δεν θα το πάρω πίσω ποτέ μου!
Γελάγαμε όλοι μας, χαιρόμασταν, κάνοντας μπάνιο, απολαμβάναμε τον Ήλιο, που το' δώσε τόσο απλόχερα ο Θεός
σ'αυτό το μίκρο πανέμορφο παράδισο, που το λένε Ελλάδα.
