Ήθελα να σας πει πως είχα πάει τη τελευταία φορά στη Θεσσαλονίκη.

Ήταν στο τέλος Νοεμβρίου, θυμάμαι, ήταν πολύ κρύο, κάτω από 0 σίγουρα. Νωρίς το πρωί ήρθα στο σταθμό του τρένου. 
""Ένα εσιτήριο στη Θεσσαλονίκη στο τρενο, παρακαλώ.""
""Στο λεωφορείω.""
Και κώλεσα. Λίγο μπροστά από εμένα ήταν σιδηρόδρομο, είμαι στο σταθμό για το τρένο.
""Όχι, κύριε, τρένο.""
""Αλλά θα πάτε στο λεωφορείο!""
""Τι έγινε?""
""Σιδηρόδρομο χάλασε. Μεχρί τη Δράμα θα πάτε στο λεωφορείο.""
Καλά, στο κεφάλη μου δεν πάει πως μπορεί να χαλάσει το σιδηρόδρομο, αλλά όπος ξέρουν οι όλοι ότι κακά γίνεται. 
Στο λεωφορείο πήγα μέχρι τη Δράμα, εκεί περίμενα το δικό μου τρένο στη Θεσσαλονίκη. Οτάν τελήωσε οι 3η κούπα με κάφε, ξεκινήσα να καταλάβαινω ότι, μαλλόν, δεν θα πάω καθολου κάπου. 
Ενας μουζικός ανοίγει τη πόρτα και μας λέει ότι το τρένο χάλασε και θα πάμε μεχρί τη Σερρές στο λεωφορείο. 
Στη δική μου κεφάλη γεννίθηκε μια ερωτήσι: γιατί οτάν πάω κάπου πάντα κάτι γείνη? Μαλλον, μόνο ο Θεός ξέρει, αλλά δεν είμαι σήγγουρη. 
Ευτηχώς μετά όλα ήταν καλά και στη Θεσσαλονίκα εμένα περίμεναν οι καλητερους ανθρόπους - οι φίλους μου.
