Πριν από τρια χρόνια, ύστερα από το πτυχίο μου, πήγα στην Γερμανία, στο Μόναχο, να δουλέψω. Είχα σπουδάσει γερμανικά στο πανεπιστήμιο στο Μιλάνο, αλλά ήθελα να βελτιώσω τη γλώσσα. Έτσι, βρήκα εργασία στην ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου. Ήταν η πρώτη φορά που έζουσα μόνη μου και έπρεπε να ψάξω ένα σπίτι και να κάνω το πάντα χωρίς βοηθεία – στη μια γλώσσα που δεν είναι η μητερική μου. Στην αρχεία, δεν γνώριζα κανένας και οι πρώτες εβδομάδες ήταν δύσκολες. Και η εργασία δεν ήταν εύκολη, γιατί σχεδόν όλοι οι πελάτες ήταν Γερμανοί σε επαγγελματικό ταξίδι, γι΄αυτό ήθελαν το πάντα αμέσως και δεν ήθελαν να περιμένουν. Απ΄όλο, μισούσα το τηλέφωνο, γιατί κάπιες φορές δεν ήταν εύκολο να καταλαβαίνω ό,τι οι πελάτες έλεγαν, για παράδηγμα όταν υπήρχαν προβλήματα με τη φωνή ή τα άτομα ήταν από την Ελβετία και μηλούσαν παράξενα γερμανικά. Μετά από δυο μήνες άρχισα να δουλεύω πολύ συχνά μόνη μου το βράδι, γιατί το προσωπικό σε αυτό το ξενοδοχείο δεν ήταν αρκετό. Υπήρχαν πάντα δύσκολα προβλήματα και δυσκολεύομουν να μην ανησυχώ. Για παράδηγμα, μια φωρά δεν είχαμε πιο ελεύθερα δωμάτια, αλλά το σύστημα δεν λειτουργούσε και πολλά άτομα έκαναν κράτηση, πλήρωσαν και ήρχαν στο ξενοδοχείο στις 11 το βράδι και εγώ έπρεπε να τους πω να φύγουν. Και η ζωή στο σπίτι δεν ήταν εύκολη, γιατί δεν είχα κανένας να με βοηθήσει. Επίσης, δεν είχα ούτε αυτοκίνητο, ούτε μηχανάκι, ούτε ποδήλατο, μόνο τα πόδια μου! Μια φωρά πήγα για ψώνια με τσάντες από χαρτί και μετά από τα ψώνια, όταν βγήκα από το σουπερμάρκετ, άρχισα να βρέχει. Έμεινα ένα χρόνο στο Μόναχο και νωμίζω ότι αύτος ήταν ο πιο δύσκολος χρόνος στη ζωή μου (έως τώρα), αλλά έμαθα πολλά πράγματα και μεγάλωσα πάρα πολύ. Έχω ακόμα πολύ να μάθω, αλλά τώρα είμαι ένα πιο σίγουρο, δυνατό και ανεξάρτητο κορίτσι.
