Όταν ήμουν ένα παίδι, έμενα στο Ζογγουλδακ με τη οικογενεια μου. Το σπιτι μας ήταν μεσα στην ζούγκλα. Πόλλες φόρες στην ζούγκλα πήγαινα και περπατούσα. Κάποιες φόρες καθόμουν, ζωγραφιζα. έδιχνα στην οικογένειά μου τὰ σχεδια που έκανα, αλλά δεν της αρεσαν τιποτα. Εγω ζωγράφιζα ένα ελέφαντα στα δενδρα, κι η οικογένειά μου μοίαζε τον ελέφαντα σε ένα αρνακί. Μία μέρα παλι στη ζούγκλα πήγα και ξάπλωσα πάνω στο χορτάρι. Εἰδα κάποιες παραισθήσεις. Εκείνη τη στιγμή ήκουσα μία φωνη. Μου ζήτησε να ζωγραφίσω ένα αρνακί. Πρωτη φοβηθηκα ανησύχησα και μετά προσπάθησα να καταλάβω από που αυτή η φωνη ερχεται. Αλλά δεν μπόρεσα να βρω. Η φωνη συνεχώς το ιδιο επανάλαβε· μου ζωγράφισε ένα αρνακί! Έκανα τα δυνατά μου. Αλλά δεν της άρεσε. Ζήτησε να ζωγραφίσω παλι. Τελος έχασα την υπομονή μου. Της έδιξα το πεμπτο μου σχέδιο. Δόξα τω θεώ! Τελος της άρεσε. Το αρνακί που ζωγράφισα έτρωγε χορτάρι. Μετὰ άρχισε να πει ιστορία για το αρνακί. Όταν άκουγα την ιστορία, άλλη μία φωνη ήκουσα· τι κάνεις εδώ! Ρωτησε η μητερα μου. Φαίνεται ότι ήμουν στο όνειρό μου  όλα τα αυτά ήταν ένα όνειρο.
