Μία άλλη παλαιά ιστορία

Όταν ήμουν παιδί και ανέβαινε το καλοκαίρι, οι γονείς μου έπρεπε να κάνουν κάτι με τα παιδιά τους. Αυτοί δεν είχαν τρεις μήνες διακοπών, σαν τα παιδιά. Και δεν ήταν -αν είχες χωριό- ωραίες οι διακοπές στην Μαδρίτη, σε μία γειτονειά χωρίς τίποτα να κάνει ένα παιδί ενώς οι γονείς του δούλευαν και οι διδοί μου δούλευαν πολύ έξω από το σπίτι.
Εμένα με περνούσε μία θεία και πήγαιναμε στο χωριό της, στην Ανδαλουσία. Ονομαζόταν -και ονομάζεται- Σανλούκαρ δε Μπαρραμέδα. Εκεί υπήρχαν μερικά ξαδέλφια και πηγαίναμε στην παραλία κάθε μέρα μείνουσαμε στην παραλία την ολόκληρη μέρα απο τις 10 το πρωΐ στις 8 το βράδυ.
Και τί κάναμε τόσες ώρες στην παραλία; Η οικογένεια των ξαδελφιών μου βαλούσε ένα μικρό σπιτάκι, ξύλινο, που το φτιάχνουσαν κάθε καλοκαίρι στην άμμο, μακριά από την ακτή. Υπήρχαν πολλά, ήταν σαν αυτά τα σπιτάκια μέσα που μπορείς να αλλάζεις μαγιό, αλλά για εμάς ήταν το σπίτι για το καλοκαίρι. 
Βάλλουσαμε ένα άσπρο πανί μπροστά για να κάνουμε σκιά και έτσι εκαναν όλα στην ιδία σιερά, μακριά σειρά ήταν.
Αλλά, πώς διασκεδάζομαστε τα παιδιά όλη τη μέρα;
Η θάλασσα εκεί είναι Αθλαντικός και έχει παλίρροιες και η παραλία είναι πολύ μακριά, μερικά χιλιόμετρα. Επίσης, στο Σανλούκαρ ρέει μέσα στη θάλασσα ο Γκουαδαλκιβίρ ποταμός. Πιστεύω ότι είναι ένα απο τα πιο ωραία μέρη στην Ισπανία, με τον Κότο δε Δονιάνα στην άλλη πλευρά του ποταμού. 
Λειπόν, εξαρτάται την παλίρροια κάναμε διαφορετικά πράγματα. Αν ήταν ηψηλή κάναμε μπάνιο το πρωΐ, δύο ώρες κολυμπόντας και παίζοντας, ωστο βλεπόμαστε την θεία μου στον ακτή βάζοντας της φωνές και κινούντας τα βράχια της.
Κάναμε φαγητό μπροστά το σπικάκι κάτο από το πανί. Το φαγητό το φτιαχνούσε η θεία μου μέσα σε μία μικρή κουζίνα ή το φερνούσαν δυο ξαδέλφια μου απο σπίτι, φτιαγμένο από άλλες θείες.
Μετά, βαριόμαστε πολύ. Δύο ώρες έπρεπε να περιμένουμε να κάνουμε μπάνιο άλλη μία φορά. Ήταν δύο ατέλειωτες ώρες και εγώ έλεγα 2000 φορές ""πόσο λείπει; πόσο λείπει το απόγευμα, μετά αυτή μακριά χώνεψη, κάναμε άλλο μεγάλο μπάνιο και οι ώρες πετούσαν:
κάναμε χαρταρτούς με καλάμια και χαρτί εφημεδίδας, παίζαμε στην άμμο.
Όταν η παλίρροια ήταν χαμηλή, άλλες φορές κάναμε βόλτα σε μία πηγή με καλό νερό, κάναμε αγώνες στη μεγάλη παραλία, παίρναμε κολίνες. Κάθε μέρα περνούσε ένας άνδρας με ένα γαϊδαρι που μέφερνε πόσιμο νερό γιατί δεν είχαμε βρύζεις και οι άνθρωποι το έπαιρναν από το γαϊδάρι, που έφερναν δύο στάμνες.
Λίγες φορές ήμασταν στην παραλία λίγο πιό αργά για να δούμε το ηλιοβασίλεμα, αλλά όταν το κάναμε ήταν καταπληκτικά!
