Μερικοί μιλούν για μεγάλες γλώσσες. Εγώ προτιμώ να τις ονομάζω ισχυρές γιατι δεν θα ήθελα να σκεφτώ ότι αυτές που δεν μιλούνται σε διαφορετικές, πολλές, Χώρες δεν είναι, επίσης, σημαντικές. 

Η δική μας γλώσσα ανοήκει στην ομάδα για την οποία δεν θα σας μιλήσω σήμερα: η ομάδα των μικρών γλωσσών.

Αντίθετα, 

Τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά και, σιγα-σιγά, τα ισπανικά είναι κάποιες από τις ευρωπαϊκές ισχυρές γλώσσες που μας επιτρέπονται να επικοινωνήσουμε εύκολα όταν πάμε στο εξωτερικό. Αυτή είναι η πιο θετική πλευρά που βρίσκω στη χρήση και στην συστηματική εκπαίδευση αυτών των γλωσσών. Έτσι, νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να μαθαίνουμε τα παιδιά μας ότι είναι απαραίτητο να ξέρουν να εκφράσουν τι σκέφτονται σε διαφορετικές γλώσσες. Να τους μαθαίνουμε επίσης την πολυμορφία του κόσμου για να δουν από μικρά πως πρέπει να σέβονται κάθε είδους κουλτούρας. 

Τα προβλήματα αρχίζουν τώρα, όμως. Λαμβάνοντας ύποψη ότι μια διεθνής γλώσσα μπορεί να μας ευκολεύει τη ζωή πολλές φορές, βλέπουμε ότι γενικά δίνουμε μεγαλύτερη σημασία σε αυτές τις γλώσσες που ανοίκουν σε πολύ πλούσιες Χώρες. Το ερώτημα, τότε, θα έπρεπε να είναι το ακόλουθο: κάνουμε μερικές γλώσσες ισχυρές για την υπηρεσία που μας προδίνουν ή για οικονομικούς λόγους; 

Κατά τη δική μου άποψη αυτό που είναι κάτω από τον έλεγχο μερικών γλωσσών ως ισχυρές είναι μόνο η οικονομία.

Έτσι, στις τουριστικές Χώρες (μεταξύ στις οποίες είναι η ιδική Χώρα μας) οι ταξιδιότες που έρχονται από μια πλούσια περιοχή δεν κάνουν ούτε την μικρότερη προσπάθεια να πουν κάτι στην τοπική γλώσσα. Αυτή η συμπεριφορά απαντάει σε ένα έντονο συναίσθημα της μεγαλοπρέπειας. Οι πλούσιες Χώρες κάνουν αυτό που θέλουν με τις μικρές, και χώρες και περιοχές, που δεν κάνουμε τίποτα για να βελτιώσουμε την κατάσταση της οικονομίας και της γλώσσας μας.
