Αγαπητή κυρία Ζερβουδάκη, 

Έχω διαβάσει την διαφήμιση για τον διαγωνισμό παραμυθίου και σας γράφω γιατί θα ήθελα να προτίνω το επόμενω παραμύθι για τον διαγωνισμό:

Η Μαρία ήταν ενα κορίτσι δέκα χρονών που έμεινε μαζί με την γιαγιά του σ’ ένα μικρό σπιτάκι, σ’ ένα μικρό χωριό. Οι γονείς της είχαν πεθάνει όταν αυτή ένα μωρό, και δεν τους θυμόταν καθόλου. Δεν είχε φίλους, γιατί δεν υπήρχαν άλλα παιδιά στο χωριό, και πέρασε τον καιρό της βοηθόντας τη γιαγιά της, που δεν ήταν πολύ γριά και ακόμα δούλεφε στην εξοχή, κι ύστερα στο σπίτι. Η Μαρία αγάπησε πολύ την γιαγιά της αλλά βαρέθηκα γιατί δεν είχε καιρό ούτε παρέα να διασκεδάσει.

Μια μέρα, η Μαρία πήγε για ψώνια στην αγορά του διπλανού χωριού, που είχε μέρος μία φορά την εβδομάδα. Έπρεπε να κάνει πολλές δουλειές από μικρή, κι’ αυτό δεν ήταν δύσκολο, εών έπρεπε να περάσει μέσα στο δάσος για να πάει στο άλλο χωριό. Αυτή η μέρα, σταμάτησε λίγο γιατί νυσταζόταν, ξάπλωσε στο πάτωμα και κοιμίθικε για λίγο. Στον ύπνο της, ονειρεύτηκε να βρήκε έναν κρυμμένο θυσαυρό μέσα στο δάσος. Όταν ξυπνήθηκε, είδε ένα μικρό πουλί που τραγουδούσε μια όμορφη μελοδία. Το πουλί πετάχτηκε και η Μαρία το ακολούθησε μέχρι σ’ ένα άδειο πηγάδι. Το πουλί σταμάτησε εκεί, και η Μαρία κοίταξε στο βάθος και… είδα ένα ξυλινό μπάουλο, πολύ αρχαίο. Γύρησε τρέχοντας στο χωριό και είπε όλη την ιστορία στη γιαγιά της, και μετά ζήτησαν τη βοήθεια ένας καλός γείτονας να μεταφέρουν το μπάουλο στο σπίτι. Τη στιγμή που το άνοιξαν…τι εκπληξη! Ηταν γεμάτο λεφτά! Μ’ αυτά τα λεφτά η Μαρία και η γιαγιά της αγόρασαν ένα καινούριο σπίτι στην πόλη όπου η Μαρία άρχησε να πάει στο σχολείο και να έχει φίλους, και άφησαν το χωριό για πάντα.    




